Σημασία και παράδειγμα

Give someone a hand

Ορισμός
Βοηθώ κάποιον σε μια δουλειά, ειδικά πρακτική.
Ορισμός στα αγγλικά
Help someone with a task, especially a practical one.
Παράδειγμα
“Could you give me a hand moving this desk?”