Σημασία και παράδειγμα
A long shot
- Ορισμός
- Μια προσπάθεια με πολύ μικρές πιθανότητες επιτυχίας.
- Ορισμός στα αγγλικά
- An attempt that has only a small chance of succeeding.
- Παράδειγμα
- “Getting a refund without a receipt is a long shot, but I'll ask.”
Σημασία και παράδειγμα